Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

Θανατική ποινή; Όχι, ευχαριστώ


«Σήμερα, 10 Οκτωβρίου, γιορτάζουμε τη δέκατη επέτειο της παγκόσμιας ημέρας κατά της θανατικής ποινής. Αυτή η παγκόσμια ημέρα δίνει την ευκαιρία να επαναλάβουμε την αντίθεσή μας στην εσχάτη των ποινών, σε όλες τις περιπτώσεις», συνεχίζουν.

Τα 20 τελευταία χρόνια, πάνω από 50 χώρες εγκατέλειψαν τη θανατική ποινή, σύμφωνα με την κοινή έκκληση των έξι χωρών. Περισσότερα από 130 κράτη την έχουν καταργήσει ή έχουν κηρύξει μορατόριο, αλλά περίπου 50 κράτη την εφαρμόζουν ακόμη».




Ο Αλμπέρ Καμύ για τη θανατική ποινή
"Στην Ενωμένη Ευρώπη η επίσημη κατάργηση της θανατικής ποινής θα έπρεπε να είναι το πρώτο άρθρο του ευρωπαϊκού κώδικα για λόγους λογικής και ρεαλισμού ταυτόχρονα.

Λογικής πριν απ’ όλα. Το να ορίζουμε ότι ένας άνθρωπος πρέπει να πλήττεται με την οριστική τιμωρία, είναι σα να αποφασίζουμε ότι αυτός ο άνθρωπος δεν έχει πλέον καμιά ευκαιρία να επανορθώσει. Σε αυτό το σημείο τα επιχειρήματα αναμετριούνται τυφλά και αποκρυσταλλώνονται σε μια στείρα αντιπαράθεση. Η αβεβαιότητα μας για το δικαίωμα που έχουμε να σκοτώνουμε πηγάζει από το γεγονός ότι όλοι είμαστε δικαστές και διάδικοι. Χωρίς απόλυτη αθωότητα δεν υπάρχει απόλυτη κρίση. Όλοι έχουμε διαπράξει το κακό στη ζωή μας ακόμη κι αν αυτό το κακό δεν ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του νόμου. Κανείς από εμάς δεν έχει το δικαίωμα να αναγορευτεί σε απόλυτο κριτή και να αποφανθεί για την οριστική έλλειψη του χειρότερου των ενόχων, αφού κανείς από εμάς δεν μπορεί να διεκδικήσει την απόλυτη αθωότητα Δεν υπάρχουν δίκαιοι αλλά μόνο καρδιές λιγότερο ή περισσότερο φτωχές σε δικαιοσύνη.
Το δικαίωμα στη ζωή, που συμπίπτει με την ευκαιρία επανόρθωσης είναι φυσικό δικαίωμα κάθε ανθρώπου, ακόμη και του χειρότερου. Χωρίς αυτό το δικαίωμα η ηθική ζωή είναι απολύτως αδύνατη. Ο τελευταίος των εγκληματιών και ο πιο ακέραιος δικαστής ξαναβρίσκονται εδώ πλάι πλάι, εξίσου δύστυχοι και αλληλέγγυοι. Κανείς από μας δεν έχει το δικαίωμα να χάνει τις ελπίδες του για έναν άνθρωπο παρά μόνο μετά το θάνατό του που μετατρέπει τη ζωή σε πεπρωμένο και επιτρέπει την οριστική κρίση. Το να διατυπώνουμε την οριστική κρίση πριν από το θάνατο, το να διατάσσουμε το κλείσιμο των λογαριασμών , όταν ακόμη ο πιστωτής είναι ζωντανός, αυτό δεν ανήκει στη δικαιοδοσίακανενός ανθρώπου. Σε αυτό το όριο τουλάχιστον όποιος κρίνει απόλυτα, καταδικάζεται απόλυτα.
Η δικαιοσύνη και ο ρεαλισμός επιτάσσουν ο νόμος να προστατεύει το άτομο απέναντι σε ένα κράτος παραδομένο στον παραλογισμό της αλαζονείας. Η μισή Ευρώπη γνωρίζει αυτή την κατάσταση. Εμείς οι Γάλλοι τη γνωρίσαμε και κινδυνεύουμε να τη γνωρίσουμε ξανά. Οι εκτελεσμένοι της Κατοχής είχαν ως αποτέλεσμα τους εκτελεσμένους της Απελευθέρωσης, των οποίων οι φίλοι ονειρεύονται εκδίκηση. Αλλού κράτη που ευθύνονται για πάρα πολλά εγκλήματα ετοιμάζονται να κρύψουν την ενοχή τους μέσα σε ακόμη μεγαλύτερες σφαγές. Σκοτώνουν για ένα θεοποιημένο έθνος, για μια μελλοντική κοινωνία, θεοποιημένη κι αυτή."
Ο συγγραφέας της "Πανούκλας" και του "Ξένου" υπήρξε πολυσχιδής προσωπικότητα. Γεννημένος το 1913 στην Αλγερία, ασχολήθηκε με το θέατρο, τη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία, το δοκίμιο και τη δημοσιογραφία χάνοντας τη ζωή του το 1960 σε αυτοκινητιστικό ατύχημα. 
Πηγή:       http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BB%CE%BC%CF%80%CE%AD%CF%81_%CE%9A%CE%B1%CE%BC%CF%8D                                      
"Ο Ξένος" του Καμύ
Το έργο ξεκινάει μ’ έναν φυσικό θάνατο. Δύο μέρες μετά τον θάνατο της μητέρας του ο Μερσώ δέχεται ένα τηλεγράφημα, που του γνωστοποιεί το γεγονός αυτό και κατευθύνεται προς το Μαρένγκο, στην περιοχή που βρίσκεται το γηροκομείο, στο οποίο βρισκόταν η μητέρα του για να παραστεί στην κηδεία της.
Ο ήρωας δεν φαίνεται συγκλονισμένος από την είδηση, το αντίθετο μάλιστα καθώς οι σκέψεις που τον διαπερνούν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού είναι μάλλον αδιάφορες, τον απασχολεί περισσότερο η δυσαρέσκεια του προϊσταμένου του, που φάνηκε μάλλον απρόθυμος να του χορηγήσει την απαραίτητη άδεια.
Παρευρισκόμενος στο τυπικό της κηδείας, τα συναισθήματά του δεν αλλάζουν. Δεν αισθάνεται περισσότερο κοντά της και ακόμα πιο παράξενα αισθάνεται με την παρουσία των φίλων της μητέρας του, που ξενυχτούν πλάι στο πτώμα της. Στο σημείο αυτό μάλιστα, ενυπάρχει η έννοια της προοικονομίας, καθώς νιώθει ότι οι άνθρωποι αυτοί τον κοιτούν λες και τον δικάζουν.
Η αιτία της αποξένωσής του από την όλη διαδικασία αναφέρεται λίγο αργότερα, όταν ο Μερσώ υποστηρίζει πως «η μητέρα μου δεν περίμενε τίποτε περισσότερο από μένα, αλλά ούτε και εγώ ο ίδιος από αυτήν». Αντιμετωπίζει την κηδεία σαν κάτι που του ανατρέπει τις έως τώρα συνήθειές του.
Ο θάνατος ανιχνεύεται στη συνέχεια με τη μορφή του φόνου ενός Άραβα. Ο ήρωας περνάει μία Κυριακή με τους φίλους του σ’ ένα εξοχικό σπίτι πλάι στη θάλασσα. Ενώ η μέρα φαίνεται ειδυλλιακή και ο ήρωας παρουσιάζεται σχεδόν ολοκληρωτικά ευτυχισμένος, ένα γεγονός έρχεται να ανατρέψει την εικόνα αυτή. Ο Μερσώ ξεκόβοντας από τους φίλους του και ενώ θα μπορούσε να επιστρέψει μαζί τους στην παράγκα, αναζητά απεγνωσμένα σκιά και κατευθύνεται προς τα βράχια στο τέλος της παραλίας. Γνωρίζει πως εκεί ενδεχομένως να έχει βρει καταφύγιο μία παρέα από Άραβες, που λίγο νωρίτερα είχαν συμπλακεί με τον φίλο του Ραιημόν. Προχωρεί όμως ακάθεκτος καθώς αισθάνεται ότι δεν έχει την επιλογή να γυρίσει πίσω. Σχεδόν φαταλιστικά ένας από τους Άραβες βρίσκεται ξαπλωμένος εκεί. Ενώ δεν απειλείται, κάνει μία κίνηση προς τα εμπρός και τότε βλέπει μπροστά του το μαχαίρι στο χέρι του Άραβα. Αντιδρά σπασμωδικά. Οι δράσεις, αντιδράσεις και διαντιδράσεις που μάχονται μέσα του τον καθιστούν παιχνίδι στα χέρια της μοίρας. Βγάζει το πιστόλι του φίλου του από την τσέπη του και πυροβολεί. Συνειδητοποιώντας τη σημασία της πράξης, συνεχίζει να πυροβολεί άλλες τέσσερις φορές, χτυπώντας ταυτόχρονα την πόρτα της δυστυχίας του.
 Ο Μερσώ δικάζεται για την πράξη του, βρίσκεται έγκλειστος στις φυλακές και η ποινή που του έχει απαγγελθεί είναι η θανατική ποινή...........