Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

Πρωταπριλιά

Το σημερινό άρθρο έχει μια ιδιαιτερότητα, μια και η πρώτη Κυριακή τούτου του μήνα, του Απρίλη, είναι ταυτόχρονα και η πρώτη μέρα του· είναι πρωταπριλιά, η μέρα η παραδοσιακά αφιερωμένη στην καλοπροαίρετη φάρσα και στην προσπάθειά μας να κάνουμε τους φίλους μας να πιστέψουν το ψέμα που θα τους σερβίρουμε. Οπότε, η στήλη αφιερώνεται στο έθιμο.
Παρά το γεγονός ότι το έθιμο είναι διεθνές, μια και είναι πολλοί οι λαοί που συνηθίζουν να κάνουν φάρσες την πρώτη μέρα του Απρίλη, δεν υπάρχει ομοφωνία ως προς τις απαρχές του. Μια εκδοχή που υποστηρίζεται από πολλούς είναι ότι το έθιμο γεννήθηκε στη Γαλλία όταν από το 1564 και μετά ορίστηκε πρώτη μέρα του χρόνου η 1η Ιανουαρίου, ενώ ως τότε το έτος άρχιζε από την 1η Απριλίου. Υποτίθεται ότι τα πρώτα χρόνια πολλοί εξακολούθησαν να γιορτάζουν την πρωτοχρονιά την 1η Απριλίου, οπότε οι άλλοι, για να τους κοροϊδέψουν, τους έστελναν ψάρια (συνηθισμένο δώρο σε σαρακοστιανές μέρες), που όμως για την περίσταση ήταν ψεύτικα, τα οποία ονομάστηκαν, στα γαλλικά, poisson d’Avril, όπως λέγονται οι πρωταπριλιάτικες φάρσες. Ωστόσο, υπάρχουν ενδείξεις πως το έθιμο είναι παλαιότερο από τον 16ο αιώνα, κι έτσι προς το παρόν η πρωταπριλιά αντιστέκεται στην επεξήγηση, όπως αρμόζει στη μέρα της φάρσας.
(ανάγνωση υπόλοιπου άρθρου στη διεύθυνση:
http://sarantakos.wordpress.com/2012/04/02/protaprilia/


Πρωταπριλιά

by Πάνος Μουχτερός

Για ακόμα μια Κυριακή δραπέτευσα στο πατρικό μου, μακριά από τη βοή της πόλης. Εκεί που πάντα ο νους μοιάζει διαυγέστερος, τα χρώματα πιο ζωηρά, οι χειραψίες πιο ουσιαστικές. Εκεί που οι γείτονες σε φιλούν σχεδόν στο στόμα για να σε καλημερίσουν. Όχι, δεν το κάνω ψυχαναγκαστικά, δεν πάω εκεί για να αισθανθώ ότι διεύρυνα την ακίνητή μου περιουσία, ούτε για να νιώσω ότι έχω καβάτζες. Το κάνω γιατί θέλω πάλι να προκαλέσω αυτήν την επιστροφή που βιώνω κάθε φορά όταν ανοίγω την πόρτα και έρχονται οι μυρωδιές της παιδικής μου ηλικίας και κάθονται απευθείας πάνω στον ουρανίσκο. Το κάνω γιατί με συγκινεί εκείνο το στιγμιαίο ταξίδι σε πρόσωπα, καταστάσεις, εποχές, καθώς κοιτάζω τις κορνίζες και τα κάδρα σαν στραβοκάθονται στους τοίχους. Πάλι δεν θα αντισταθώ και θα ψιλαφίσω εκείνη την παλιά πολυθρόνα, για να ανακαλέσω όλες τις φορές που έσφιξα τα ακλόνητα μπράτσα της, για χίλιους δυο διαφορετικούς λόγους. Θα ανοίξω με την ίδια περιέργεια ξανά τα μουχλιασμένα συρτάρια των δωματίων, για να δω να ξεδιπλώνονται μπροστά μου αμέτρητες μικρές ιστορίες μέσα από αντικείμενα, φθαρμένες φωτογραφίες, ευρετήρια τηλεφωνικά και σκισμένα ημερολόγια. 1988. Ευτυχισμένο το νέο έτος. Πολυσέλιδος οδηγός για τη νέα χρονιά. Ενοίκιο σπιτιού. 25.000 δρχ. Σχολείο παιδιού. Μια ζωγραφιά για 'σενα, μανούλα. Είπες ότι δεν θα κλάψεις ποτέ ξανά, πάλι όμως κλαις. Έλα στο σαλόνι, ώρα για μεσημεριανό.

fingers

Περισσότερο απ' όλα, με γοητεύει εκείνος ο τεράστιος καθρέφτης που στέκεται στο κέντρο του διαδρόμου και μοιάζει θαρρείς με πύλη προς έναν άλλο κόσμο, διαφορετικό. Θα σταθώ με τις ώρες απέναντί του, προσπαθώντας να ανασύρω όλα μου τα πρόσωπα, έτσι όπως μεγάλωνα μέσα στο είδωλό του, χρονιά με τη χρονιά. Κάτι ευφάνταστο θα γράψω πάλι πάνω στο γυαλί, εκμεταλλευόμενος την κάμποση υγρασία που έχει μαζευτεί εδώ πέρα. Ειδικά μετά από το μεθυστικό κρασί της κυρά Ειρήνης που κατέβασα με λαχτάρα, τη νιώθω μπόλικη την έμπνευση. Καθώς αφήνω το άδειο ποτήρι κάτω, ένα σκούντηγμα στον ώμο με ταράζει. Φαίνεται πως από την πολλή την αναπόληση, ξέχασα την πόρτα ανοιχτή και κάποιος μπήκε μέσα. Είναι ένας έφηβος, με αραιό ακόμα το μουστάκι.Έχει μαζί του βιβλία ένα σωρό, γεμάτα με στιχάκια και φράσεις επαναστατικές. “Καλησπέρα σας, κύριε”, μου λέει με χαρακτηριστικά ευγενική σύσπαση του προσώπου. “Γεια σου, παιδί μου” απαντώ. “Ποιανού είσαι εσύ;”. “Είμαι το παιδί μιας άλλης Ελλάδος”, αποκρίνεται αποστομωτικά. “Καλό, πετυχημένο, αλλά πες μου τώρα, τι γυρεύεις τέτοια ώρα εδώ;” αναρωτιέμαι. “Θέλω να σας πω μια ιστορία, πραγματική, είμαι κι εγώ από αυτήν τη γειτονιά την ωραία. Ξέρω ότι πονάτε πολύ τελευταία. Γι' αυτό θα σας πω λογάκια να γλυκάνω την καρδιά σας την καλή”. Τον μπαγάσα, λες και έλεγε λέξεις με ομοιοκαταληξία ήταν.
http://kakoskeimena.net/2013/03/30/april/
Μακάρι νάταν ψέμα κι αυτό. Ότι δηλαδή θα κλείσει ένα από τα μεγαλύτερα και ιστορικότερα βιβλιοπωλεία της Αθήνας:

ESTIA

Μιλώντας καθαρά, δεν υπήρξα στο πέρασμά μου από την πρωτεύουσα πελάτης του «Βιβλιοπωλείου της Εστίας». Από άλλα βιβλιοπωλεία, κοντινά, αγόραζα, όσο μπορούσα, πνευματική τροφή. Αλλά στη βιτρίνα του πάντα χάζευα. Κολλούσα. Και τέλος πάντων ήταν μια σταθερά, όπως συνήθως κατηφόριζες τη Σόλωνος, γύρναγες το κεφάλι δεξιά και κοίταζες. Ήταν πάντα εκεί. Σε χειμωνιάτικες βραδιές που έτρεχες να προλάβεις το τρόλει στην Κλαυθμώνος «Πατήσια – Κουκάκι». Σε ανοιξιάτικες βραδιές, που κρατώντας το χέρι της καλής σου καμάρωνες μπροστά στη βιτρίνα «αυτό το έχω διαβάσει, πολύ καλό…». Σ’ εκείνη τη γωνία που κάνουν οι βιτρίνες, είχαμε πρωτοφιληθεί με τη Σ. (τρέχοντας για το τρόλει). Τέλος πάντων, πάντα με τον αέρα, ή πιο μοδάτα την «αύρα» των σπουδαίων ανθρώπων που πέρασαν από εκεί μέσα. Προχτές έμαθα ότι το Βιβλιοπωλείον της Εστίας κλείνει, μετά από 128 συναπτά έτη λειτουργίας.. Στενοχωρήθηκα. Πολύ. Κι ας μην ήμουν πελάτης βιβλιόφιλος. Χάθηκε μια σταθερά.

louketo

Όπως στενοχωρήθηκα, όταν έκλεισαν πολλά μαγαζιά: το καφενείο του Ανδρέα στην πάλαι ποτέ αθηναϊκή γειτονιά μου, το χασάπικο «ο Όλυμπος», η πιτσαρία «Φοντάνα», οι κομμώσεις ανδρικές γυναικείες «Μισέλ», ακόμα και το περίπτερο, εδώ στο νησί μου, που έπαιρνα τσιγάρα και πρωινά χαμόγελα. Ναι τόσο στενοχωρήθηκα, ούτε παραπάνω ούτε λιγότερο. Όχι γιατί είμαι μικρόκαρδος άνθρωπος, ελπίζω. Αλλά όταν είδα σπουδαίους πνευματικούς ανθρώπους να θρηνούν για την απώλεια του Βιβλιοπωλείου, και κατάλαβα ότι ήταν ειλικρινείς κι όχι φτιασιδωμένοι, αναρωτήθηκα: που ήσασταν μωρέ παιδιά, τρία χρόνια τώρα που η φτώχεια ρημάζει τα μικρομάγαζα; Σε ποια υψηλή διανοητική σφαίρα είχατε κρυφτεί όταν ο πλαϊνός σας, έβαζε λουκέτο στο μαγαζί του; Όταν τον κυνηγούσε για χρέη, το ίδιο κράτος που δεν του έδινε επιστροφές ΦΠΑ; Προσοχή δεν μιλάω για λαμόγια κι επιτήδειους, για έντιμους ανθρώπους λέω. Τα παραδείγματα αναρίθμητα. Για να μην πλατειάζουμε λοιπόν. Τα μικρομάγαζα, και τέτοιο ήταν και το Βιβλιοπωλείον της Εστίας, θα τα λιώσει η μηχανή «τράπεζες – ΜΜΕ – φόροι»… Εκεί μας θέλω. Αν πούμε no passaran μπορεί και κάτι να γίνει. Αν όχι θα σερβίρουμε μια comme il faut θλίψη. Μπορεί να ανάψουμε και τίποτα κεράκια, συντριβής και οδύνης.
http://redkangaroo.wordpress.com/2013/04/01/