Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

Τα παιδιά γιορτάζουν..... ποιητικά

21 του Μάρτη. Στα διαλείμματα τα μέλη της Λέσχης Ανάγνωσης ψάχνουν μανιωδώς τις ποιητικές συλλογές της βιβλιοθήκης, διαβάζουν και σημειώνουν βιαστικά τρεις με τέσσερις στίχους, τους πληκτρολογεί η Όλγα με τη Βασιλική, τους κόβει η Γιώτα με τη Βίκυ και τη Μαρία και τους προσφέρουν στους συμμαθητές τους:
Εκείνοι ξαφνιασμένοι και αμήχανοι τα παίρνουν στα χέρια τους και διστακτικά αρχίζουν να τα διαβάζουν.
Την Κυριακή όμως,αντί για τη συνηθισμένη συνάντηση στη βιβλιοθήκη μας, κάποια από τα μέλη με τη δασκάλα τους ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του ηλεκτρονικού ποιητικού περιοδικού Ποιείν, της βιβλιοθήκης της Ελευθεροτυπίας, του περιοδικού Μετρονόμος και του διαδικτυακού περιοδικού για το βιβλίο www.diastixo.gr
Από τις 6 μμ κάθησαν στο Polis Art Cafe, Πεσμαζόγλου 5 Αίθριο Στοάς Βιβλίου και περίμεναν υπομονετικά να αρχίσει η εκδήλωση:

 Από τη σκηνή παρήλασαν πολλοί γνωστοί και άγνωστοι (σε μας) ποιητές απαγγέλοντας στίχους που εκείνοι αγαπούσαν. Μεταξύ αυτών και ο Τίτος Πατρίκιος:
Το ποίημα "Ρόδα Αειθαλή" μας έκλεψε την καρδιά:
Η ομορφιά των γυναικών που άλλαξαν τη ζωή μας βαθύτερα κι από εκατό επαναστάσεις δεν χάνεται, δεν σβήνει με τα χρόνια όσο κι αν φθείρονται οι φυσιογνωμίες όσο κι αν αλλοιώνονται τα σώματα. Μένει στις επιθυμίες που κάποτε προκάλεσαν στα λόγια που έφτασαν έστω αργά στην εξερεύνηση δίχως ασφάλεια της σάρκας στα δράματα που δεν έγιναν δημόσια στα καθρεφτίσματα χωρισμών, στις ολικές ταυτίσεις. Η ομορφιά των γυναικών που αλλάζουν τη ζωή μένει στα ποιήματα που γράφτηκαν γι` αυτές ρόδα αειθαλή αναδίδοντας το ίδιο άρωμα τους ρόδα αειθαλή, όπως αιώνες τώρα λένε οι ποιητές. Τίτος Πατρίκιος
 
Όμως στην Ελλάδα η ποίηση ποτέ δεν καταδέχτηκε να μπει στα μουσεία, έγινε τραγούδι στα χείλη μας στις καλές και τις κακές στιγμές μας. Η μελοποίηση κάποιων από τα πιο γνωστά ποιήματα ακούστηκε από το μουσικό σχήμα του ΚΕΘΕΑ ΔΙΑΒΑΣΗ (Δημ. Μητσοτάκης).
Συμμετείχαν οι μουσικοί  Γιώργος Λυκούρας,  Θάνος Ανεστόπουλος,  Γιώργος Σχοινάς,  Μπέτυ Χαρλαύτη,  Βικτωρία Ταγκούλη,  Χρίστος Θεοδώρου,  Σάκης Τσιλίκης,  Βαγγέλης Δούβαλης κ.α.

Το παρακάτω είναι ένα από τα ποιήματα που τραγούδησε το συγκρότημα της Διάβασης:


(Ο λύχνος του Αλλαδίνου: Ποίηση Καββαδία)


Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Η ποίηση "γιορτάζει"

Σήμερα η ποίηση βγάζει από την ντουλάπα  τις καλές της λέξεις, αυτές που φορά κάθε που γιορτάζει, και βγαίνει στους δρόμους. Δεν της αρέσουν πια τα σαλόνια, ούτε οι κοστουμάτοι κύριοι που με στόμφο την απαγγέλουν σε βαριεστημένο κοινό. Εξάλλου, τα απεχθάνονται κάτι τέτοια οι ποιητές" Όταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση να πλημμυρίζει τα σαλόνια........εγώ σωπαίνω"(Κατσαρός).

Σήμερα η ποίηση κατεβαίνει στις πλατείες, εκεί που σεργιανά ο πόνος, η μοναξιά, ο αποκλεισμός
«Εχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά/
 και μετριέται πιάτο-πιάτο/ μαζί με τα κομμάτια τους/
 στον πάτο του φωταγωγού».
Στα παγκάκια τους γυρεύει να αποκαταστήσει την αλήθεια:«Στο μυαλό είναι ο στόχος... το νου σου... Ε!».Μπαίνει στα λεωφορεία και ζητά την αποκατάσταση του μαύρου:- Άσπρη είναι η αρία φυλή η σιωπή τα λευκά κελιά το ψύχος το χιόνι οι άσπρες μπλούζες των γιατρών τα νεκροσέντονα η ηρωίνη.
Αυτά λίγο πρόχειρα για την αποκατάσταση του μαύρου.
(Κατερίνα Γώγου)



Περνά βιαστικά τα φανάρια για να μη δει τα απλωμένα χέρια αυτών που έχουν κάνει σπίτι τους το δρόμο "Κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον είμαστε κιόλας νεκροί. ”(Τάσος Λειβαδίτης).
Κουρασμένη ζητά να γνωρίσει 
"όλους αυτούς που σκύβουν
Πάνω από ένα καθαρό κομμάτι χαρτί
Μέσα σε βρόμικες διαλυμένες κάμαρες
Γεμάτοι οργή κι απόγνωση
Αποφασισμένοι ωστόσο
Να το λεκιάσουν με λέξεις
βρόμικες λέξεις
άγιες λέξεις
λέξεις κλειδιά
ιδέες φαντάσματα
λυτρωτικές φράσεις

Θέλω να γνωρίσω όλους αυτούς τους μανιακούς του λόγου
Να γλείψω το μελάνι από τα δάχτυλα τους
Να φιλήσω τα παραμορφωμένα τους μέτωπα
Να συμμαζέψω τις τσαλακωμένες τους ονειρώξεις
Να διορθώσω τα ορθογραφικά λάθη του έρωτα τους
Να τους καθησυχάσω
Να τους πείσω πως δε χρειαζόμαστε άλλο αίμα γι’ απόψε
Πως χορτάσαμε
Κι ύστερα να τους βάλω στο κρεβάτι
Και να τους νανουρίσω" (Γιάνης Αγγελάκας)

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2013

Ο Χαρταετός

 "Ὅτι μπόρεσα ν᾿ ἀποχτήσω μία ζωὴ ἀπὸ πράξεις ὁρατὲς γιὰ ὅλους, ἑπομένως νὰ κερδίσω τὴν ἴδια μου διαφάνεια, τὸ χρωστῶ σ᾿ ἕνα εἶδος εἰδικοῦ θάρρους ποὺ μοῦ ῾δωκεν ἡ Ποίηση:
νὰ γίνομαι ἄνεμος γιὰ τὸ χαρταετὸ καὶ χαρταετὸς γιὰ τὸν ἄνεμο, ἀκόμη καὶ ὅταν οὐρανὸς δὲν ὑπάρχει." (Οδυσ. Ελύτη, Ο μικρός Ναυτίλος)




Τελευταία μέρα που μπορείτε να πετάξετε μαζί με το χαρταετό!
Με τα στόματα ανοιχτά τον βλέπετε να ανεβαίνει κι όλο αφήνετε το σχοινί, ενώ το μόνο που θέλετε είναι να σας πάρει μαζί του,
μακριά απ` τα απομεινάρια ενός πολέμου που σας στέρησε την παιδικότητα,

Μακριά απ τη μιζέρια της φτώχειας που σας κρατά έξω απ τις αίθουσες ενός σχολείου και της αναθεματισμένης βαρύτητας που δε σας αφήνει να τον πιάσετε.

Μα αν δε φυσούσε κι ο χαρταετός μαράζωνε στην αποθήκη, χαρείτε τις τελευταίες χειμωνιάτικες μέρες με ένα απόσπασμα απο το έργο του Κοσμά Πολίτη, Στου Χατζηφράγου:
[Είδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγκοι ν' ανεβαίνει στα ουράνια; Ε, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα μεταδείς ένα τέτοιο θάμα. Αρχινούσανε την Καθαρή Δευτέρα -ήτανε αντέτι- και συνέχεια την κάθε Κυριακή και σκόλη, ώσαμε των Βαγιών. Από του Χατζηφράγκου τ' Αλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Τόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. Για τούτο, τα χελιδόνια τα φέρνανε οι γερανοί μονάχα τη Μεγαλοβδομάδα, για να γιορτάσουνε την Πασχαλιά μαζί μας.
Ολάκερη τη Μεγάλη Σαρακοστή, κάθε Κυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Ανέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μένει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ΄από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Και όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορονίζανε ψηλά. Θα μου πεις, κι εδώ, την Καθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Είδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν' αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Εκεί, ούλα ήταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό.
Αυτά είχα να σου πω. Ήτανε θάμα να βλέπεις ολάκερη την πολιτεία ν' ανεβαίνει στα ουράνια. Να, για να καταλάβεις, ξέρεις το εικόνισμα, που ο άγγελος σηκώνει την ταφόπετρα, κι ο Χριστός βγαίνει από τον τάφο κι αναλήφτεται στον ουρανό, κρατώντας μια πασχαλιάτικια κόκκινη παντιέρα; Κάτι τέτοιο ήτανε.]
Κοσμάς Πολίτης, «Στου Χατζηφράγου», ΕΣΤΙΑ, 1962, Α΄ Κρατικό βραβείο μυθιστορήματος 1964
Πηγή:http://rosetabooks.wordpress.com


 Ο Χαρταετός (Οδυσ. Ελύτη)
 Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.
Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν
εμένα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα
τιμωρημένη
ώρες και ώρες.
Ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε
δεν ονειρευόμουν — ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πως να το πω
κάτι σαν την “ανάμνηση του μέλλοντος”
.........................................