Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Παλιά και νέα παραμύθια

Το κοριτσάκι με τα σπίρτα ήταν το παραμύθι που στοίχειωνε τη σκέψη σου, πλάταινε τη φαντασία σου και πολύ σε φόβιζε με την απονοιά των ανθρώπων. κάτι τέτοιες γιορτινές μέρες στο διάβαζε η γιαγιά και για να νιώσεις καλύτερα σκεφτόσουν:
---Ουφ ένα παραμύθι είναι, αλλάξανε πια οι εποχές! τι να τα κάνουμε σήμερα τα σπίρτα, αφού έχουμε τους αναπτήρες;
Ανήσυχη έψαχνες τους δρόμους της γειτονιάς σου και με ανακούφιση γυρνούσες σπίτι, αφού για άλλη μια φορά το παραμύθι αποδεικνυόταν  παραμύθι.

Όμως, την ώρα που περνούσες με το αυτοκίνητο του μπαμπά σου από τα φανάρια, είδες το κοριτσάκι. Με τρόμο κοίταξες τα χέρια του και είδες πως δεν πουλούσε σπίρτα, αλλά χαρτομάντηλα! Και στην ταβέρνα που πήγατε οικογενειακώς εκείνο το βράδυ και αφήνατε τα πιάτα σχεδόν γεμάτα, ένα άλλο κοριτσάκι κρατούσε στα κρύα του χεράκια ένα μπουκέτο λουλούδια. Όταν πλησίασε διστακτικά το τραπέζι σας κοιτώντας λαίμαργα τα πιάτα σας, προτρέποντάς σας να αγοράσετε ένα τριαντάφυλλο, έσκυψες κάτω από το τραπέζι τάχα ότι σου έπεσε το μαχαίρι!
Κι εκεί που νόμιζες πως είχε τελειώσει το μαρτύριο, νάσου και μπαίνει "ο μικρός τυμπανιστής" με ένα μισοχαλασμένο ακορντεόν τραγουδώντας με ύφος και πάθος τραγούδια νταλκαδιάρικα, απ` αυτά που αρέσουν στους μεγάλους.
Μόλις μπήκες σπίτι, έψαξες τα ντουλάπια και τα συρτάρια της μαμάς και πήρες κάποια ξεχασμένα διακοσμητικά. Πήρες την κορνίζα που στόλιζε το μικρό σου γραφείο κι αφού έβγαλες την αγαπημένη σου φωτογραφία, την έβαλες στην τσάντα που κρατούσες . Περνώντας μπροστά από το χριστουγεννιάτικο δένδρο έριξες ένα βλέμμα γεμάτο ενοχές στο δώρο που σε περίμενε, αλλά δε βρήκες τη δύναμη να το χαρίσεις!
Έτρεξες στη μικρή βιβλιοθήκη του σχολείου σου γεμάτη χαρά και τότε μια έκπληξη σε περίμενε!

Τα πολύχρωμα σκουφιά που είχε πλέξει η δασκάλα σου, η εσάρπα που πάντα θαύμαζες στο λαιμό της Ελένης, τα σκουλαρίκια που έφτιαχναν στα διαλείμματα η Ηρώ με την Ελένη και η μάσκα που είχε φέρει από τον Αμαζόνιο εκείνος ο πολυταξιδεμένος καθηγητής του άλλου τμήματος, ήταν αραδιασμένα σε τρεις πάγκους!


Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, να σου τρέχουν τα σάλια από τα γλυκά που έφτιαξαν με τα χεράκια τους η Αγγελική, η Χριστίνα και ο Άρης!

Και για πρώτη φορά άρχισες να συζητάς με τα άλλα παιδιά το θέμα που κρυφά κι ανομολόγητα σε κατάτρωγε: Μέχρι πότε ο δικός σου πατέρας θα έχει δουλειά, αφού και οι γονείς του Στέλιου, της Ανθής και του Γιώργου έμειναν την προηγούμενη βδομάδα άνεργοι;
και συζητώντας το καταλάβαινες ότι απασχολούσε και τα άλλα και δεν ήταν πια ταμπού να το παραδέχεσαι. Για πρώτη άρχισες να σκέφτεσαι στον πληθυντικο!
Γιατί όπως έλεγε κι ο ποιητής "Απ τη στιγμή που δε θα σκέφτεται ο ένας τον άλλον/ είμαστε κι όλας νεκροί"
Καλή κι αισιόδοξη πρωτοχρονιά από τη λέσχη Ανάγνωσης του 1ου λυκείου Βύρωνα.

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

".....αλλά θερμοί την καρδίαν"

 
 εικόνα: Από το εξώφυλλο του βιβλίου Διηγήματα των Χριστουγέννων του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, εκδόσεις Αρμός. Η εικονογράφηση είναι του Γιώργου Κόρδη
Στα 1892 ο Παπαδιαμάντης περιέγραψε στο διήγημά του "ο Χριστός στο Κάστρο" την προετοιμασία του παπά-Φραγγούλη να μεταβή στο κάστρο όπου είχαν αποκλειστεί κάποιοι συγχωριανοί του με πρόσχημα το τάμα που είχε κάνει την προηγούμενη χρονιά, να τελέσει δηλαδή εκεί τη λειτουργία των Χριστουγέννων. Ο πραγματικός όμως λόγος αυτής της τολμηρής απόφασης, αφού εκείνη τη βραδιά ο αέρας λυσσομανούσε και το χιόνι έπεφτε, ήταν η ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ.
"Ἔμειναν σύμφωνοι νὰ ἔλθῃ ὁ λεμβοῦχος νὰ τοὺς δώσῃ εἴδησιν εἰς τὰς τρεῖς, διὰ νὰ ἑτοιμασθοῦν, καὶ εἰς τὰς τέσσαρας νὰ ἐκκινήσωσιν. Ὁ παπα-Φραγκούλης διέταξε νὰ τεθῶσιν εἰς σάκκους αἱ προσφοραὶ ὅσας εἶχε, καί τινα δίπυρα, καὶ εἰς δύο μεγάλα κλειδοπινάκια ἔθεσεν ἐλαίας καὶ χαβιάρι. Ἐγέμισε δύο ἑπταοκάδους φλάσκας μὲ οἶνον ἀπὸ τὴν ἐσοδείαν του. Ἐτύλιξεν εἰς χαρτία δύο ἢ τρία ξηροχτάποδα, καὶ μικρὸν κυτίον τὸ ἐγέμισεν ἰσχάδας καὶ μεγαλόρραγας σταφίδας. Τὰ δύο παπαδοκόριτσα, μὲ τὰ παράπονα καὶ τοὺς γογγυσμούς της ἡ μία, μὲ τοὺς κρυφίους γέλωτας καὶ τὴν ἐλπίδα τῆς συμμετοχῆς τοῦ ταξιδίου ἡ ἄλλη, ἔβρασαν ὅσα αὐγὰ εἶχαν, ἕως τέσσαρας δωδεκάδας, καὶ τὰ ἔθεσαν εἰς τὸν πάτον ἑνὸς καλαθίου, τὸ ὁποῖον ἀπεγέμισαν εἶτα μὲ δύο πρόσφορα τυλιγμένα εἰς ὀθόνας, μὲ κηρία καὶ μὲ λίβανον. Προσέτι ὁ παπα-Φραγκούλης εἶχε παρακαλέσει τὸν μπαρμπα-Στεφανὴν νὰ περάσῃ ἀπὸ τὰ σπίτια δύο ἐμποροπλοιάρχων φίλων του, ἐκ τῶν παραχειμαζόντων μὲ τὰ πλοῖά των εἰς τὸν λιμένα, νὰ τοὺς παρακαλέσῃ ἐκ μέρους του νὰ τοῦ στείλουν, ἂν τοὺς εὑρίσκετο, ὀλίγον κρέας σαλάδο*, ἐξ ἐκείνου τὸ ὁποῖον μαγειρεύουν εἰς τὰ πλοῖα τὰ ἐκτελοῦντα μακροὺς πλοῦς. Ἐκεῖνοι φιλοτιμηθέντες ἔστειλαν δύο μεγάλα τεμάχια, ἕως πέντε ὀκάδας τὰ δύο.
Ὅλας ταύτας τὰς προμηθείας ἔκαμνεν ὁ παπὰς προβλεπτικῶς διὰ τοὺς ἀποκλεισθέντας εἰς τὸ βουνὸν ἀπὸ τὴν χιόνα, περὶ ὧν ἔγινε λόγος ἐν ἀρχῇ, καθὼς καὶ δι᾽ ἑαυτὸν καὶ τοὺς μεθ᾽ ἑαυτοῦ συνεκδημήσοντας προσκυνητάς, καθόσον ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ θυμώσῃ καὶ πάλιν ὁ καιρὸς καὶ νὰ τοὺς κλείσῃ ὁ χειμὼν εἰς τὸ Κάστρον, ἂν ἐν τοσούτῳ ἔμελλον νὰ φθάσωσιν εἰς τὸ Κάστρον σῶοι καὶ ὑγιεῖς.
Πρὶν κατακλιθῇ, ὁ παπα-Φραγκούλης ἔστειλε μήνυμα εἰς τὸν συνεφημέριόν του τὸν παπ᾽ Ἀλέξην, ὅστις ἄλλως ἦτο καὶ ὁ ἐφημέριος τῆς ἑβδομάδος, ὅτι δὲν θὰ ἦτο συλλειτουργὸς τὴν ἐπιοῦσαν, παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων, ἐν τῷ ἐνοριακῷ ναῷ, καθόσον ἀπεφάσισε, σὺν Θεῷ βοηθῷ, νὰ ὑπάγῃ νὰ λειτουργήσῃ τὸν ναὸν τοῦ Χριστοῦ, εἰς τὸ Κάστρον.
.................................................................
Ἐπλησίαζε μεσάνυκτα, ὅταν ἔφθασαν ὑπὸ τὴν γέφυραν τοῦ Κάστρου, μισοπνιγμένοι, παγωμένοι, ἁλμυροὶ ἀπὸ θάλασσαν καὶ λευκοὶ ἀπὸ χιόνα, μελανιασμένοι τὰ χείλη, ἀλλὰ θερμοὶ τὴν καρδίαν."
(ολόκληρο το διήγημα θα το βρείτε και εδώ:http://papadiamantis.org/index.php/works/58-narration/214-02-19-sto-xristo-sto-kastro-1892)
 Ο κόσμος του Παπαδιαμάντη, η αγκαλιά που ανοίγεται στα διηγήματά του, τους χωράει όλους ανεξαιρέτως μέσα, ευσεβείς, ασεβείς, αλιβάνιστους και φιλακόλουθους, ακόμα και αλλόθρησκους.
 http://www.youtube.com/watch?v=N00XKtROddc